Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Στο Ασκληπιείο Τρίκκης, η σύγκρουση του χριστιανικού δογματισμού και του Ελληνικού ορθολογισμού



Της Ελένης Ζυγουράκη
Αντιπροέδρου του Φιλοσοφικού Ομίλου «Η ΜΗΤΙΣ»



Στα βάθη της προϊστορίας μας, χάνεται η ίδρυση και η λειτουργία των Ασκληπιείων, εκεί που οι άνθρωποι έβρισκαν τη σωματική και ψυχική ίαση. Σ’ αυτά τα οργανωμένα κέντρα η αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής αγωγής γινόταν χάρη στα χειρουργικά μέσα, τη δίαιτα, τα φάρμακα, τα βότανα, τις μαλάξεις τη μουσική και με την εγκοίμηση.
Στα ήδη υπάρχοντα Ασκληπιεία αλλά και σε άλλα που δημιούργησε, ο 17ος απόγονος του Ασκληπιού ο Ιπποκράτης, παίρνοντας το νήμα της συνέχειας από τον πρόγονό του, η ιατρική μεθοδολογία βασίστηκε στην παρατήρηση, την έρευνα και την εφαρμογή, εισήγαγε δε τους κώδικες δεοντολογίας που πρέπει να διέπουν τη συμπεριφορά των γιατρών θεσπίζοντας έτσι τον ιατρικό όρκο.
Συνεχίζοντας το μεγάλο έργο των δύο αυτών ανδρών, ο Γαληνός τον 2ον μ.χ, δεν δεχόταν τη θεία ίαση, πρέσβευε ότι οι άνθρωποι θεραπεύονται από τους ανθρώπους και για το λόγο αυτό κατασκεύαζε λεπτά χειρουργικά εργαλεία για χειρουργικές επεμβάσεις, και με έρευνες στην ανατομία των νεύρων, των αρτηριών και των φλεβών, στους πυρετούς, στη νοσολογία, την επιδεσμολογία και στη σύνθεση των φαρμάκων έθεσε τη βάση της σύγχρονης ιατρικής.
Στην πόλη της Αρχαίας Τρίκκης από την εποχή του Ομήρου λειτουργούσε το επιφανέστερο ασκληπιείο στο οποίο οι ασθενείς απολαμβάνοντας τη φροντίδα, τις τεχνικές και τις γνώσεις των γιατρών έβρισκαν ανακούφιση και με χαρά δεχόταν την επίσκεψη της κόρης του Ασκληπιείου της πολυπόθητης Υγείας.
Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, η ιατρική όπως φυσικά και οι άλλες Ελληνικές επιστήμες εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερον. Το Ασκληπιείο γκρεμίστηκε και στη θέση του άρχισαν να κτίζονται εκκλησίες. Πρώτη και καλύτερη η Παναγία Φανερωμένη κτισμένη ακριβώς επάνω στο ιερό του Απόλλωνα, με το παρεκκλήσι του Αγίου Φανουρίου, η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, με το παρεκκλήσι του Αγίου Σπυρίδωνα, του Αγίου Δημητρίου …
Συνηθισμένοι οι ασθενείς συνέχιζαν να κατευθύνονται στο χώρο του άλλοτε Ασκληπιείου αναζητώντας την ίαση. Αντί όμως για γιατρούς τους περίμενε ο παππάς στην πόρτα της εκκλησίας για να τους «διαβάσει,» έναντι αμοιβής φυσικά.
Έτσι αντί της ορθοπεδικής ανάταξης των καταγμάτων, δίδονταν το αγιασμένο λάδι για επάλειψη και συνοδεύονταν με την ανάλογη ευλογία!
-«Πατάξαι σε Κύριος εν απορία και πυρετώ και ρίγει και ερεθισμώ και ανεμοφθορία και τη ώχρα… πατάξαι σε Κύριος παραπληξία και αορασία και εκστάσει διανοίας πατάξαι σε Κύριος εν έλκει πονηρώ επί τα γόνατα και επί τα κνήμας ώστε μη δύνασθαι ιαθήναι σε από ίχνους των ποδών σου … και κολληφθήσονται εν σοι και πάσαν μαλακίαν και πάσαν πληγήν την μή γεγραμμένη..επάξει Κύριος επί σε.»
Αγράμματος ο λαός συνέχιζε, ως μη έχοντας άλλη παρηγοριά, να επισκέπτεται τις εκκλησίες οι οποίες αυξάνονταν σε αριθμό, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Μαρίνης, του Προφήτη Ηλιά, της Αγίας Επισκέψεως…….
Αντί της φαρμακευτικής αγωγής στις λοιμώξεις ο παππάς τους καθησύχαζε ότι ήταν επίσκεψη Θεού η ασθένεια (τάδε έφη Χριστόδουλος πριν αρρωστήσει) και συνέχιζε το τροπάριό του.
«Άγιοι τρεις παίδες οι την κάμινον σβέσαντας, άγιοι επτά παίδες οι εν Εφέσω, οι εκ των νεκρών αναστήσαντες, βοηθήσατε, άγιοι εννέα μάρτυρες, άγιοι δέκα μάρτυρες, άγιοι τεσσαράκοντα μάρτυρες,άγιοι τριάκονται και τρεις μάρτυρες από Ρώμη, άγιοι τριακόσιοι δέκα και οκτώ θεοφόροι πατέρες,( ατελείωτοι αυτοί οι άγιοι) άγιε Ιωάννη Θεολόγε, άγιε Πέτρε από Ρώμη, άγιε Παύλε από Δαμασκόν, Άγιε Ευθύμιε από Μάδητον, άγιε Νικόλαε, άγιε Βασίλειε, άγιε Επφάνειε άγιε Ιωάννη Χρυσσόστομε, άγιε Θύρσε …. Πάσαι αι ουράνιαι δυνάμεις των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων, χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα σεραφείμ. Απελάσατε ταύτην την χαλεπήν ασθένειαν από την δούλην του θεού Μαρίαν, πυρετόν, εσωπύρετον, ρίγους κραταιού, ρίγους βραχέος, ρίγους λυμαντικού (τρεις ρίγοι!!!) εξορκίζω υμάς τας οβ’ (72 όλες μετρημένες μία μία) ασθενείας έχει ο άνθρωπος, αναχωρείν από τη δούλην του θεού Μαρίαν…
Και το θεάρεστο έργο της καταστροφής συνεχίζεται, - των λειψάνων πια του Ασκληπιείου - ‘Αγιος Αθανάσιος, Άγιος Στέφανος, Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, Αγία Σοφία…..
Οι ψυχικές ασθένειες, δε ήταν η ειδικότητά τους, διότι οι ασθενείς καταλαμβάνονταν από τους δαίμονες και με τους κατάλληλους αναθεματισμούς θα εξέρχονταν από τους ασθενείς.
«Μή από βασκοσύνης και πάσης άλλης συμφοράς επερχομένης, μή δαιμονικόν, μή ονοσκελιακόν ή νεράιδων… Μή κεφαλόπονον ή οφθαλμόπονον ή στηθόπονον ή φρενόπονον ή χειρόπονον, Μή δυσουρίας ή τρισουρίας (από το δυσουρία) ή αρμόπονον ή τζίρματος ομαλικόν ή άυπνον ή πολύυπνον (όλα μαζί), εξορκίζω υμάς εί τι άν έστιν αδικών τον δούλον του θεού, αναχωρήσατε και απέλθατε εις τα άγρια όρη.»
Και φυσικά οι αρρώστιες δεν πήγαιναν στα άγρια βουνά παρά οι άρρωστοι στα κυπαρίσσια. Αποδεκατίζονταν γενιές και γενιές, πίνοντας τα χρώματα των εικόνων ως ρόφημα, και προσκυνώντας; οστά, κομμάτια ξύλου και θαυματουργές εικόνες, άγιες ζώνες και τίμιες κάρες».
Βαριά η καρδιά μου εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, φωτογραφίζοντας τις 15 εκκλησίες που είναι κτισμένες σε λίγα τετραγωνικά γης ακριβώς επάνω από το Ασκληπιείο. Επί 1700 χρόνια ο χριστιανισμός κατάφερε να ανακόψει την αρχαίο Ελληνική επιστημονική παράδοση και να ρίξει τον κόσμο στις δεισιδαιμονίες και στις προλήψεις.
Θυμωμένη και αγριεμένη από αυτό το έγκλημα που συντελέστηκε και συνεχίζει ακόμη να γίνεται, ανέβαινα αργά - αργά τα σκαλιά του Φρουρίου να πάρω λίγο αέρα. Πέρασα τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του κάστρου, από το πρώτο διάζωμα πέρασα γρήγορα στο δεύτερο, στο τρίτο η διάθεσή μου άλλαξε εντελώς.
Το γλυκό Φθινοπωρινό αεράκι μου χάιδευε το πρόσωπό μου, τα κίτρινα κρινάκια έστελναν το λεπτό τους άρωμα, το τοπίο ήμερο, στο ψιλότερο σημείο της πόλης, ορθός έστεκε εκεί ο κίονας του αρχαίου ναού της Τρικάλου Αρτέμιδος. Σε πείσμα του χρόνου, των καιρικών συνθηκών, της μανίας των φανατικών χριστιανών και της εγκατάλειψης των σημερινών αρχών, αυτός έστεκε εκεί αγέρωχος, άγρυπνο μάτι, προστάτης και αδιαμφισβήτητος ηγέτης της περιοχής.
Κλύθι μευ ώ βασίλεια, Διός πολυώνυμε κούρη, Τιτηνίς, βρομίη, μεγαλόνυμε τοξότι, σεμνή, πότνια, παμβασίλεια, αιολόμορφε, ελθέ θεά σώτειρα….
«Εμείς δεν φύγαμε ποτέ» μου ψιθύρησε η θεά «είμαστε η δύναμη, η πνοή, σε κάθε έκφραση της ζωής, σε κάθε επιστημονική ανακάλυψη, σε κάθε μορφή τέχνης. Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι αθάνατος διότι διέπεται από αρχές, νόμους και ορθολογισμό».
Αισθάνθηκα το ζεστό φιλί της στο μάγουλό μου, της χαμογέλασα, ο αέρας που φύσηξε την πήρε μαζί του, άλλωστε έχει να προστατέψει την πανίδα και τη χλωρίδα από την συμπεριφορά των βάναυσων και αλόγιστων εκμεταλλευτών της γης
Ολβιόμοιρε θεά, ιερή υπόσχεση σου δίνω, με τα πρώτα κίτρινα κρίνα του Φθινοπώρου να σου πλέκω κάθε χρόνο ένα στεφάνι.
Κάθισα στις πολεμίστρες του κάστρου, κάτω ακριβώς απλώνονταν η πόλη, στο βάθος ο θεσσαλικός κάμπος και πέρα μακριά αχνοφαίνονταν οι κορυφές του Ολύμπου, στα χείλη μου ήρθε το ποίημα του Καβάφη με μια μικρή παράφραση «Γιατί τα σπάνανε τ’ αγάλματά των, γιατί τους διώξανε απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι΄ αυτό οι θεοί..Ώ γη της Θεσσαλίας, εσένα αγαπούν ακόμη, σένα οι ψυχές των ενθυμούνται ακόμη».